Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (ΤΟ ΤΕΛΟΣ)

1928: Πρίν την αυτοκτονία: Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι δύο ώρες πρό της αυτοκτονίας του, περί τις 2.30 μμ, ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στή θέση Βρυσούλα (μπροστά από το σημερινό ξενοδοχείο Zikas Hotel) όπου παρήγγειλε και ήπιε μιά βυσσινάδα. Ο καφεπώλης κ. Ηρακλής Ντούσιας παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής του άφησε στό τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ («ολόκληρη περιουσία είπε»), ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει («από τά χύμα») και μιά κόλλα χαρτί (τετράδιο) όπου έγραψε τίς τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν.

1928: Το περίστροφο: Ο γιός του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, πολιτικός μηχανικός ΤΕ, δηλώνει στό ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι την προηγουμένη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα περίστροφο, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι «είχε βλάβη», ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια. Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν. Το περίστροφο αυτό είναι τύπου Bayard 9mm και παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το έτος 2003 στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα.

1928: Το τέλος, η αυτοκτονία του: Στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μμ, και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Στρατού και υπάρχει εκεί αναμνηστική Μαρμάρινη πλάκα που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης» Η γνωστή φωτογραφία που δείχνει νεκρό τον Κ. Καρυωτάκη με το κεφάλι του στηριζόμενο πάνω στο ψάθινο καπέλο δόθηκε στη δημοσιότητα από την τότε Χωροφυλακή.

1928: Η τελευταία του επιστολή: Στην τσέπη του κουστουμιού του Κώστα Καρυωτάκη βρέθηκε η εξής επιστολή: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου. Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης)

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Το φεγγάρι είναι ολοστρόγγυλο
και έχει πάνω του τ 'αστέρια για παρέα,
θεέ μου μακάρι να ήταν πάντα έτσι
και η νύχτα να ήταν πάντα τόσο ωραία.

Τα σύννεφα δεν φαίνονται
γιατί το σκοτάδι τα έχει σκεπάσει,
σαν να έχει κάποιος ένα σεντόνι μαύρο
και πάει στον ουρανό να πλαγιάσει.

Και το φεγγάρι που να είναι
όλο πίσω από εκείνο το βουνό κρύβεται,
ίσως σήμερα η καταπράσινη Γη
στον όμορφο ουρανό να δίνεται.

Εγώ είμαι μέσα σε μια βάρκα στο ποτάμι
και τον ουρανό κοιτάω,
καθώς κάποιες φορές όταν είμαι μόνη
σ' εκείνο το φεγγάρι μοναχή μιλάω.

ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Νόμιζα πως χάθηκαν οι ποιητές
από των ανθρώπων τις φωνές
Πλέον δεν κοιμούνται στις εκκλησιές
και τους βλέπω τις ωραίες Κυριακές

Και μου λένε ποιήματα
μέσα από τ’ άσπρα μνήματα
Και μου κάνουν παρεούλα
μέχρι την όμορφη αυγούλα

Έρχονται και κάποιες φορές
που δεν είναι και Κυριακές
Μου παρουσιάζουν τα κύματα
σαν των καραβιών τα θύματα

Συνήθως καθόμαστε κάτω από τ’ αστέρια
και τεντώνουμε προς τον ουρανό τα χέρια
Και μόλις πλησιάσουν των ανθρώπων οι φωνές
χάνονται πάλι οι ποιητές…

Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

Σήμερα δεν είμαστε καλά
σήμερα είναι η κηδεία της ψυχής μας
είστε προσκεκλημένοι όλοι
ελάτε στη λυπητερή γιορτή μας

Ελάτε όλοι μαζί
ελάτε σ’ εκείνο το δάσος το μεγάλο
ελάτε να μας χαιρετήσετε
τώρα που φεύγουμε για τον κόσμο τον άλλο

Δεν πήραμε τίποτα μαζί μας
τ’ αφήσαμε όλα πίσω
εύχομαι να μην σας λείψει τίποτα άλλο
γιατί φεύγω και δεν ξαναγυρίζω

Σήμερα δεν είμαστε καλά
σήμερα είναι η κηδεία της ψυχής μας
και να εύχεστε όλοι εσείς
να ‘μαστε καλύτεροι στην άλλη τη ζωή μας

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

ΟΧΙ ΟΤΑΝ ΚΛΑΙΩ


Μήν με κοιτάς στα μάτια όταν κλαίω γιατί ντρέπομαι, όχι γιατί δακρύζω αλλά γιατί σε κάνω να νοιώθεις άσχημα και τότε θλίβομαι...

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ


Όταν τα χρόνια θα έχουν περάσει
τήν πρώτη αγάπη δεν θα 'χεις ξεχάσει
μη λυπηθείς, έτσι πάντα συμβαίνει
η πρώτη αγάπη ποτέ δεν πεθαίνει!

ΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ ΜΟΥ

Το φέρετρο μου μάνα μου,
το θέλω στολισμένο,
με κόκκινο τριαντάφυλλο
μεγάλο ανθισμένο.

Θέλω να έχεις γιασεμιά,
και κρίνους και μπατίλιες
και μαργαρίτες κάτασπρες,
σαν τότε που μου μίλιες.

Κι ήτανε όλα όμορφα,
σαν τούτα τα λουλούδια
και γέλαγα και χόρευα
και έλεγα τραγούδια.

Τώρα παιθαίνω μάνα μου
και παραγγέλνω σου το,
απ' όλα όσα είπαμε
να μην ξεχάσεις τούτο.

θέλω κατράμι φέρετρο
μαύρο σαν τι καρδιά μου,
μαύρο σαν την κηδεία μου
και σαν τα όνειρα μου.

Και μέσα όπου θα 'μαι εγώ,
θέλω να είμαι ωραία,
γι'αυτό και να μου βάλετε
τα ρούχα τα μοιραία.

Όχι το άσπρο νυφικό
και πέπλο στο κεφάλι,
αυτά μάνα τα βάζουνε
μονάχα κάποιοι άλλοι.

Αυτοί που ζούνε τη χαρά
με γέλια και παρέες
και που περνάνε οι πιο πολλοί
τρελές μέρες ωραίες.

Εγώ λοιπόν μαύρα φορώ,
μαύρα κατράμι ρούχα
γιατί μισέψαν οι χαρές
κάποτε εγώ που 'χα.

Τώρα δεν θέλω να μιλείς
και να μου κουβεντιάζεις,
ούτε να κλαίς και να πονείς
να βαριαναστενάζεις.

Θέλω να ζήσεις τη ζωή
την άλλη που σου μένει,
σα να μην ήμουνα ποτέ
στον κόσμο γεννημένη.

Τώρα που άκουσες αυτά,
μάνα κλείστο καπάκι
και σκέψου ότι πέθανε
το ποιο γλυκό μωράκι.

Που έκανες ποτέ εσύ,
που γέννησες με πόνο
σκέψου αυτό μανούλα μου
μόνο αυτό και μόνο!

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2007

ΤΟ ΜΕΛΑΝΧΟΛΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Εδώ που μένω εγώ
ο ήλιος ποτέ δεν βγαίνει
και βλέπω κάποιες φορές
τον χάρο στα σπίτια απρόσκλητο να μπαίνει.

Η καρδιά μου είναι ραγισμένη
και έχω στην ψυχή μου ένα πόνο
και έχω να δω το φως του ήλιου
σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο.

Κάθομαι στο σπίτι μόνη
και βλέπω απ'το παράθυρο ένα παιδί να τρέχει
αυτός ο καταραμένος ουρανός
ούτε ένα αστέρι στην αγκαλιά του δεν έχει.

Εδώ σ'αυτό το μέρος
ούτε ένα φίλο δεν έχω
και όταν είμαι στον δρόμο μόνη
φοβάμαι και πάντα σαν τρελή τρέχω.

Οι άνθρωποι πεθαίνουν
ο ένας μετά τον άλλο
και βλέπω πάντα μέσα στα σπίτια
εκείνον τον άκαρδο χάρο.

Εμείς φοράμε πάντα μαύρα
και ποτέ για κάτι δεν χαιρόμαστε
ακόμα και την ημέρα της γιορτής μας
και πάλι τον εαυτό μας λυπόμαστε.

Εδώ είναι τόσο μελαγχολικά
όσο στον κόσμο τίποτα άλλο
αφού κάποιες φορές ακόμα κι εγώ
λησμονώ εκείνον τον άσχημο χάρο...